Παναγιώτης Νικόπουλος

Ὁ Παναγιώτης Νικόπουλος γεννήθηκε στὸ Σικάγο τὸ 1918 ἀπὸ τὸν Γεώργιο Νικόπουλο μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Καλαμάτα καὶ τὴν Ἀργυρὼ τὸ γένος Κατσίκα, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Εὔβοια. Εἶχε ἀκόμη τέσσερα ἀδέλφια, τὴν Αἰκατερίνη, μεγαλύτερή του, καί, μικρότερα κατὰ σειρά, τὸν Νάσο (ποιητὴ καὶ κριτικὸ θεάτρου), τὴν Μαγδαληνή καὶ τὸν Κώστα.

Ὁ Παναγιώτης σπούδασε Οἰκονομικὰ στὴν ΑΣΟΕΕ καὶ ἐργάστηκε μετὰ τὸν πόλεμο ὡς λογιστὴς σὲ μεγάλες ἑταιρεῖες. Ἡ κήρυξη τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τὸν βρῆκε στρατιώτη καὶ ἡ μονάδα του προωθήθηκε στὸ ἀλβανικὸ μέτωπο, ὅπου καὶ κρατοῦσε καθημερινὸ ἡμερολόγιο μέχρι τὴν κατάρρευση τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἔναρξη τῆς ὀπισθοχώρησης. Ἀργότερα ὀργανώθηκε στὸ ΕΑΜ Καλαμάτας καὶ χρησιμοποιήθηκε στὴν ἐπισιτιστική του ὑπηρεσία. Συνελήφθη ἀπὸ τὶς τοπικὲς ἀρχὲς καὶ στὶς 9 Μαΐου 1944 προτάθηκε νὰ φυλακισθεῖ «ὡς ἐπικινδύνος κομμουνιστής». Δύο μῆνες μετὰ ἐξορίστηκε σὲ στρατόπεδο καταναγκαστικῆς ἐργασίας στὸ Γκρὰτς τῆς Αὐστρίας. Ὑπῆρξε ἐνεργὸ μέλος τῆς κομμουνιστικῆς ἀριστερᾶς καὶ γιὰ ἕνα διάστημα κρατήθηκε στὶς φυλακὲς Ἀκροναυπλίας. Μετά τη Μεταπολίτευση τιμήθηκε μὲ τὸ Ἀναμνηστικὸ Μετάλλιο Ἐθνικῆς Ἀντίστασης.

Παντρεύτηκε τὴν Ἑλένη (Νέλη) Παμπούκη μὲ τὴν ὁποία χώρισε σύντομα, καὶ ἀργότερα παντρεύτηκε τὴν Αὐγὴ Κασιγόνη (1923-2009, δεύτερος γάμος καὶ γιὰ τὴν ἴδια), κόρη τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ συγγραφέα, δημοσιογράφου καὶ ἐκδότη Ἄγγελου Κασιγόνη.

Ὑπῆρξε λάτρης τῆς φωτογραφικῆς τέχνης, καλὸς ἐρασιτέχνης φωτογράφος καὶ ἔχει ἀφήσει πλούσιο φωτογραφικὸ ἀρχεῖο ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ 1934.

Πέθανε στὴν Ἀθήνα στὶς 27.7.2000.

Μετά ἀπὸ τὸν θάνατό του τὸ Μορφωτικὸ Ἱδρυμα τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας (ΜΙΕΤ) παρέλαβε ἀπὸ τήν ἀνηψιά του Ἠρὼ Νικοπούλου τά χειρόγραφα Ἡμερολόγιά του καὶ τὰ ἐξέδωσε σὲ ἕνα τόμο μὲ τὸν τίτλο Ἡμερολόγιο πολέμου (1940 -1941) & Ἡμερολόγιο αἰχμαλωσίας (1944 -1945).